διανοούμενος

διανοέομαι
have in mind
pres part mp masc nom sg (attic epic doric)
διανοέομαι
have in mind
pres part mp masc nom sg (attic epic doric)
διανοέω
have in mind
pres part mp masc nom sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διανοούμενος — βλ. διανοούμαι …   Dictionary of Greek

  • διανοούμενος — [дьяноумэнос] ουσ. а. интеллигент …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Список премьер-министров Греции — Премьер министр Греции Πρωθυπουργός της Ελλάδος …   Википедия

  • Университет Аристотеля в Салониках — Университет имени Аристотеля в Салониках греч. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης …   Википедия

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • διανοητής — ο (Α διανοητής) [διανοούμαι] διανοούμενος, στοχαστής αρχ. ο φρόνιμος, ο συνετός …   Dictionary of Greek

  • διανοούμαι — (Α διανοοῡμαι, έομαι και διανοῶ, έω) 1. αναλογίζομαι, διαλογίζομαι, στοχάζομαι 2. έχω στον νου μου, σκοπεύω, σχεδιάζω, μελετώ νεοελλ. (η μτχ. ως ουσ.) ο διανοούμενος ο λόγιος, ο στοχαστής, ο επιστήμονας, ο πνευματικός εργάτης αρχ. 1. σκοπεύω,… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • σοφιστικέ — ο, η, το, Ν (άκλ. επίθ.) (ξεν. τ.) 1. επιτηδευμένος, εξεζητημένος 2. μυστηριώδης («σοφιστικέ ύφος») 3. (για συσκευή ή μηχάνημα) πολύπλοκος 4. (για πρόσ.) (με ειρων. σημ.) διανοούμενος, κουλτουριάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ.… …   Dictionary of Greek

  • χαρτογιακάς — ο, Ν ειρων. 1. υπάλληλος δημόσιας υπηρεσίας 2. διανοούμενος. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαρτί + γιακάς] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.